Δεν θα τοποθετούσα ποτέ ως κεντρική φωτογραφία άρθρου σε αυτό το ιστολόγιο την εικόνα ενός νεκρού, παρά μόνον αν ήταν η εικόνα μιας ηρωίδας, που κατά τη στιγμή του θανάτου της χαμογελάει! Είναι η εικόνα της ηρωίδας Βελίκας Τράικου, στην οποία αναφέρεται το πάρα κάτω άρθρο-διαμάντι, το οποίο βρήκα (εδώ). Δυστυχώς δεν αναφέρεται ούτε η αρχική πηγή του άρθρου, ούτε ο συγγραφέας για να του δώσουμε τα πιο θερμά μας συγχαρητήρια γι’ αυτήν την πολύτιμη ιστορική αναφορά.

Το διάβασα αυτό το άρθρο με τα μάτια συνεχώς βουρκωμένα και αυτό το “άυλο” χαμόγελο στα χείλη της Βελίκας πόσα δεν μου ψιθύρισε!

Μου ψιθύρισε ότι τις ψυχές των ηρώων, την ίδια εκείνη στιγμή της εξόδου τους από το φθαρτό σώμα, τις παραλαμβάνουν άγγελοι και πάραυτα μεταφέρονται στο άκτιστο Θείο Φως.

Μου ψιθύρισε να διαμηνύσω σε  όσους πιστεύουν ότι “τα πάντα” τελειώνουν με το θάνατο, μήπως είναι καλύτερα να το ξανασκεφτούν; Αν ήταν έτσι, το πρόσωπο της Βελίκας θα υπήρχαν μόνον σπασμοί πολύ μεγάλου πόνου, ίσως και τρόμου. Αντίθετα, χαμογελάει «ολόκληρη», χαμογελούν τα χείλη , τα μάτια της, τα ζυγωματικά της… Ένα α-πέραν-το και υπερ-πέραν-το  μήνυμα χαμόγελου όλο το πρόσωπό της.

Μου ψιθύρισε να φωνάξω ότι είναι ηθελημένα ή αθέλητα «ανιστόρητοι» όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει ασυνέχεια στη φυλή των Ελλήνων. Ότι το ελληνικό Έθνος/Φυλή γεννήθηκε μαζί με την γένεση του Έθνους-Κράτους της νεότερης Ελλάδος. Τούτη η Ελληνίδα , “μη φειδόμενη της ζωής” και της νεανικότητας της, τι άλλο έκανε παρά να υπακούσει στο κέλευσμα του Παιάνα της αρχαίας Σπάρτης, της αιωνίας ΕΛΛΑΔΟΣ:

Ἀγετ’, ὦ Σπάρτας εὐάνδρω
κῶροι πατέρων πολιατᾶν
λαιὰ μὲν ἴτυν προβάλεσθε,
δόρυ δ’ εὐτόλμως ἄνχεσθε,
μὴ φειδομένοι τᾶς ζωᾶς.
Οὐ γὰρ πάτριόν τα Σπάρτα!

Εμπρός, ω της ευάνδρου Σπάρτης νεαροί γιοι πατέρων πολιτών (της Σπάρτης), με την αριστερά σας προβάλετε την ασπίδα σας, με τη δεξιά σας υψώστε με τόλμη το δόρυ σας, μη φειδόμενοι της ζωής σας. Αυτό δεν είναι πατροπαράδοτο στη Σπάρτη!

Μου ψιθύρισε ακόμη να πω σε όλους τους σημερινούς (και πανάρχαιους Έλληνες!) ότι τους στέλνει τούτο το μήνυμα: ιδές τε εμένα, κοπελίτσα 21 ετών, δε “σκέφτηκα” τη ζωή και τα νιάτα μου και τα “γήινα όνειρα” μου, αλλά τα πρόσφερα απλόχερα στην πατρίδα μου τη Μακεδονία, την Ελλάδα. Δες τε από το χαμόγελο μου πόσο υπέροχος είναι ο αγώνας και ο θάνατος για κάτι ανώτερο από τον μικρό, περίκλειστο εαυτό μας. Αυτό το ανώτερο από το μικρό και περίπου ασήμαντο εγώ μας, που είναι η Πατρίδα, που είναι η Ελευθερία. Και μην προδώσετε και μην επιτρέψετε να “σκλαβωθεί” η πατρίδα μου η Μακεδονία , είναι η Πατρίδα σας, είναι η Ελλάδα!

Αυτά μου ψιθύρισε η Βελίκα. Και είναι ώρα να κάνομε τον ψίθυρο της κραυγή και άνεμο που θα “πάρει και θα σηκώσει” όσους προδίδουν Πατρίδα, Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Τιμή και Αξιοπρέπεια των Ελλήνων και εν ταυτώ όλης της ανθρωπότητας.

Ακολουθεί το άρθρο.

Γεννήθηκε το 1883 στο χωριό Πεντάλοφο της Θεσσαλονίκης, σπούδασε δασκάλα και το 1900 την βρήκε να διδάσκει στην Έδεσσα. Το 1901, ο Ίων Δραγούμης, Πρόξενος της Ελλάδας στο Μοναστήρι, οργανώνει τον Μακεδονικό Αγώνα.

Αναζητά ένα πρόσωπο απολύτου εμπιστοσύνης, μορφωμένο, νέο σε ηλικία για μια κρίσιμη αποστολή: την μεταφορά μηνυμάτων από το κέντρο του Αγώνα στην υπόλοιπη Μακεδονία. Αιφνιδιάζεται όταν εμφανίζεται μπροστά του μια εικοσάχρονη κοπέλα και δηλώνει πρόθυμη να αναλάβει αυτή την αποστολή. Η ευφυΐα της, η μόρφωσή της –μιλούσε απταίστως τουρκικά και βουλγαρικά- και το θάρρος της κάμπτουν τις επιφυλάξεις του.

Τα επόμενα τρία χρόνια, η Βελίκα οργώνει την Μακεδονία.

Εμφανίζεται σε πόλεις και χωριά, άλλοτε ως πλανόδια πωλήτρια αυγών, άλλοτε ως ζητιάνα, άλλοτε ως «τρελή» που παραμιλά στους δρόμους, μεταφέροντας τα σημειώματα του Δραγούμη μέσα στα ρούχα της ακόμα και μέσα στα μαλλιά της και συλλέγοντας πληροφορίες.

Η δράση της σταματά στο παζάρι των Γιαννιτσών. Εκεί την αναγνωρίζει ένας Βούλγαρος. Την συλλαμβάνουν. Η πρώτη μαχαιριά είναι για να «σπάσει» και να αποκαλύψει το δίκτυο των Ελλήνων πατριωτών.Απαντά με ένα χαμόγελο.Το ίδιο και στην δεύτερη μαχαιριά, στην τρίτη… Καταλαβαίνουν. Πέφτουν πάνω της και την κατακρεουργούν.
 Στην κηδεία της το φέρετρο ανοιχτό, όπως και το ρούχο της για να δουν όλοι το μέγεθος της θηριωδίας.Αλλά η ίδια, χαμογελαστή…

Ακριβώς τρία χρόνια νωρίτερα, τον Αύγουστο του 1901 στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, η Βελίκα Τράϊκου πήρε μέρος στην συνάντηση των Μακεδονομάχων και απευθύνθηκε στους άντρες που βρίσκονταν εκεί λέγοντας:
«Οπλίστε τους χωρικούς και όταν εμείς προετοιμάσουμε το έδαφος από παντού θα ανάψει ο αγώνας».
Την Κυριακή, στο Σύνταγμα, θα είμαι παρών για να ακούσω ξανά την «ομιλία» της.

Στην εξέδρα, θα βλέπω την Βελίκα. Αγκαλιασμένη με την Κατερίνα Χατζηγεωργίου, την Δασκάλα από την Γευγελή, που στα 21 της χρόνια κι εκείνη , τον Οκτώβριο του 1904, αντιμετώπισε με το πιστόλι στο χέρι τους Βούλγαρους κομιτατζήδες που περικύκλωσαν το σπίτι της.

 Και όταν την κάλεσαν να παραδοθεί, απάντησε: «Εγώ Ελληνίς εγεννήθην, βάρβαρε Σκύθα και Ελληνίς θα πεθάνω». Τέσσερις ολόκληρες ώρες κράτησε η μάχη της. Στο τέλος οι κομιτατζήδες έβαλαν φωτιά στο σπίτι και την έκαψαν ζωντανή. Την βρήκαν απανθρακωμένη με το πιστόλι στο χέρι. Δίπλα τους στην εξέδρα θα είναι η Δασκάλα Αγγελική Φιλιππίδου που μαζί με τον σύζυγό της Δημήτρη ζούσαν στην Κλεπνούσνα.

Εκεί, στις 12 Δεκεμβρίου 1906 μπαίνουν οι Βούλγαροι και αρχίζουν την σφαγή. Πρώτα σκοτώνουν τον ιερέα του χωριού και στη συνέχεια αναζητούν την δασκάλα. Η Αγγελική και ο Δημήτρης, με τα όπλα στα χέρια δίνουν την μάχη και οι κομιτατζήδες υποχωρούν, αλλά η Δασκάλα έχει τραυματιστεί βαριά.

Αρνείται όμως την άμεση μεταφορά της στο νοσοκομείο των Σερρών και ζητά να την μεταφέρουν πάνω σε ένα φορείο και να σταματούν σε κάθε χωριό για να μιλά στους Έλληνες και να τους εμψυχώνει. Τα λόγια της και η εικόνα της προκαλούν ξεσηκωμό.

Όταν φτάνει στις Σέρρες την υποδέχεται όλη η πόλη σαν Αγία, της φιλούν τα χέρια… Αλλά η κατάσταση της υγείας της είναι πλέον απελπιστική. Την μεταφέρουν στην Θεσσαλονίκη όπου πεθαίνει λίγες ημέρες μετά.
Στην εξέδρα θα είναι και η Λίλη Βλάχου, η απόφοιτος του Αρσακείου που ανέβηκε το 1905 στην Μακεδονία μαζί με τον Μακεδονομάχο αδελφό της Ιωάννη και ανέλαβε την διεύθυνση του Παρθεναγωγείου της Έδεσσας.
Και μύησε όλες τις δασκάλες στον Αγώνα, δημιουργώντας ένα νέο «Κρυφό Σχολειό» και κηρύσσοντας την ελληνικότητα της Μακεδονίας.

Ώσπου το 1907 την σκότωσαν μέσα στο σχολείο της… Αυτές θα είναι για μένα στην εξέδρα του συλλαλητηρίου-και μόνον Αυτές. Και τις δικές Τους «ομιλίες» θα πάω να ακούσω. Γιατί όπως γράφει ο Κωστής Παλαμάς,
«Χρωστάμε σ’ όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούν, θα περάσουν. Κριτές, θα μας δικάσουν, οι αγέννητοι, οι νεκροί».