Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεωτερικότητα

Γράφει ο Γιώργος Κοντογιώργης

Σχολιάζει η Κατερίνα Χατζηθεοδώρου.

Το 2006 κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Έθνος και “εκσυγχρονιστική” νεωτερικότητα», το οποίο αυτές τις ημέρες επανακυκλοφορεί. Τα γεγονότα που μεσολάβησαν επιβεβαιώνουν με περισσή ακρίβεια τα συμπεράσματά του. Η αιτία της νεοελληνικής κακοδαιμονίας, τις συνέπειες της οποίας βιώνει για μια ακόμη φορά με επώδυνο τρόπο η ελληνική κοινωνία, έχει βαθιές ρίζες στην ιδεολογία της εξάρτησης που έφερε μαζί του το νεοελληνικό κράτος και η οποία δεν είναι απλώς πολιτική.

Το διακύβευμά της είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορική ανάδυση και τη νομιμοποίηση της ηγεμονίας του Δυτικού Κόσμου στη νεότερη εποχή. Η οποία, διέρχεται ευθέως όχι από τη γενεαλογία της σχέσης του Ελληνισμού με το Νεότερο Κόσμο, αλλά από τη θέση που «όφειλε» να του αποδοθεί στην ταξινομία της κοσμοϊστορίας.

Αποδόμηση του μείζονος Ελληνισμού

Στο πλαίσιο αυτό, το νεοελληνικό κρατικό μόρφωμα εκλήθη να αναλάβει έναν ρόλο αποδόμησης του μείζονος Ελληνισμού, απαξίωσης του ελληνικού παρόντος και αποκοπής του από τα ιστορικά του πεπραγμένα. Ο ρόλος αυτός, καθιστούσε απολύτως αναγκαία τη συγκρότηση μιας κρατικής διανόησης με βαθιά εγχαραγμένη την ιδεολογία μιας παραρτηματικής πρόσδεσης του ίδιου του Ελληνισμού στην Εσπερία. Ιδεολογία απόσχισης των μετα-ρωμαϊκών του πεπραγμένων (του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας) από την «αρχαιότητα».

Έχοντας εμποτισθεί βαθιά στον πυρήνα της σκέψης της η διανόηση αυτή –και δι’ αυτής η άρχουσα τάξη– με την ιδεολογία της ενιαίας «ιστορικής» ορθοταξίας και της ομόλογης ολιγαρχικής σκέψης, που επινόησε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αναμενόταν να λειτουργήσει δίκην μεταπράτη ως αγωγός μετακένωσης του εσπεριανού κανόνα και ως χορηγός νομιμοποίησης της εξάρτησης του ελληνισμού στο άρμα του.

Όπως έχω επισημάνει από το 2006, στο διάβημα αυτό της κρατικής διανόησης «ελλοχεύει μια προσαρτηματική ή, για να γίνω πιο λιτός, μηρυκαστική λειτουργία». Αυτή η λειτουργία εισάγει την φασιστική αρχή της εθελοδουλίας σε μέτρο απαξίας οποιουδήποτε διανοητικού εγχειρήματος αποτολμήσει να διαφοροποιηθεί από τον ιδεολογικό ιδεότυπο αυτών «που στη Δύση καταγίνονται με την κατασκευή των μεθόδων και των σχημάτων της ιστορικής “επιστήμης”». Είναι οι περιπτώσεις των Φερνάν Μπροντέλ και του Ερικ Χομπσμπάουμ, μεταξύ των άλλων…

Οι ρήξεις με τον Ελληνικό Κόσμο

Το ζήτημα του έθνους δεν θα βρεθεί στο επίκεντρο του πολεμικού αυτού «διαλόγου» για λόγους ιστορικής περιέργειας. Θα βρεθεί επειδή συνέχεται με δύο κεφαλαιώδεις ρήξεις με την πρόοδο που διδάσκει ο Ελληνικός Κόσμος, τις οποίες διέπραξε η νεωτερική διανόηση. Η μια, αφορά στο περιεχόμενο των εννοιών που σημαίνουν τα κοινωνικά φαινόμενα, έναντι των οποίων προσήλθαν σε μια άνευ προηγουμένου ασέλγεια. Ασέλγεια που συνίστατο στην αποκένωσή τους από το περιεχόμενο που παρέλαβαν από την ολοκληρωμένη ανθρωποκεντρικά «αρχαιότητα» και την αναγόμωσή τους με το πρωτο-ανθρωποκεντρικό υλικό της νεωτερικότητας. Η άλλη αφορά στην ανασκολόπιση της ελληνικής εξέλιξης, προκειμένου να παρεισαχθεί ο δυτικός φεουδαλικός Μεσαίωνας ως συνεκτικός κρίκος μεταξύ δύο ανθρωποκεντρικών περιόδων, της «αρχαιότητας» και της «νεωτερικότητας».

Η ίδια η δυτική ιστοριογραφία ομολογεί με περισσή αυθάδεια ότι ανήγαγε τα πρότυπα της δυτικής φεουδαρχίας και του δυτικού δεσποτικού κράτους σε ερμηνευτικά εργαλεία, με τα οποία αναλύει τις κοινωνίες του παρελθόντος και της εποχής της, δηλαδή την κοσμοϊστορία. Χρειάσθηκε γι αυτό να σημανθεί το τέλος της «αρχαιότητας» τον 5ο αιώνα, να ανακηρυχθεί το Βυζάντιο ως «ξένος πολιτισμός», ξένος προς αυτήν, μολονότι θα το ταξινομήσει στον Μεσαίωνα, κυρίως όμως προς την «αρχαιότητα».

Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι και οι δύο αυτές ρήξεις με την ελληνική κοσμοσυστημική πραγματικότητα έχουν ως επίκεντρο την παραδοχή ότι ο Ελληνισμός έπαψε να υπάρχει ως ιστορική οντότητα και κατ’ επέκτασιν ως συνέχεια, μετά τον 5ο αιώνα. Πολλώ δε μάλλον αφού δεν αποτέλεσε έθνος, στο μέτρο που εξ αποφάσεως αυτό εμφανίζεται μόλις τον 19ο αιώνα και ιδίως ότι αποτελεί επινόηση, δηλαδή τεχνητό δημιούργημα του νεωτερικού κράτους.

Για τη Δύση, η αποδόμηση αυτή της κοσμοσυστημικής ιστορικότητας του Ελληνισμού και η ανάγνωσή του με τα μάτια της δικής της εκδοχής της κοσμοϊστορίας, αποτέλεσε μια αναγκαία επιλογή για την τεκμηρίωση της ηγεμονίας της. Το εγχείρημα αυτό της επέτρεψε, επίσης, να οικειοποιηθεί τον Ελληνισμό, την «αρχαιότητα», χωρίς να υποχρεωθεί να αποδεχθεί το γνωσιολογικό φορτίο που φέρνει εξ αντικειμένου μαζί του. Αυτή η επιλογή δεν υπήρξε άδολη. Αποτέλεσε την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να αναδειχθεί η πρωτοτυπική ανωτερότητα και η ολοκληρωμένη δημοκρατική διάσταση της Εσπερίας.

Η οπισθοδρόμηση βαφτίστηκε εκσυγχρονισμός

Εάν, όμως, οι μαιανδρισμοί αυτοί της νεωτερικής «επιστήμης» εξυπηρέτησαν τον Δυτικό δρόμο προς την ηγεμονία, η εθελοδουλία της ελληνικής κρατικής διανόησης αποτέλεσε την κρίσιμη παράμετρο για τη δυσάρμοση της αιτιολογικής βάσης του ελληνικού προβλήματος. Με γνώμονα την επιλογή αυτή, η επιβολή στον ηττημένο Ελληνικό Κόσμο μιας ολικής οπισθοδρόμησης στις απαρχές της ομόλογης προς την νεωτερικότητα πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής του, ορίσθηκε σαν εκσυγχρονισμός.

Η κατάλυση των κοινών και της εταιρικής οικονομίας, αιτιολογήθηκε ως πράξη απόσεισης δύο καταλοίπων της φεουδαρχίας. Η κατάργηση της δημοκρατίας και η επιβολή αρχικά της απολυταρχίας και στη συνέχεια της εκλόγιμης μοναρχίας ως εξευρωπαϊσμός. Η αρχή της ενιαίας ολιγαρχικής σκέψης που δίδαξε ο διαλογιζόμενος για την έξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τη δεσποτεία Διαφωτισμός, ως το καταστάλαγμα της προόδου.

Ουδείς αναλογίσθηκε ότι ο εγκλεισμός αυτός της ελληνικής κοινωνίας στο σκοτεινό λαβύρινθο μιας αντιδραστικής γι’ αυτόν πολιτειακής θέσμισης, όπως εκείνη της νεωτερικότητας, θα λειτουργήσει εφεξής ως η κλεψύδρα στο δρόμο προς την ιστορική του αφάνεια. Μάλιστα, το μετρόσημο αυτό, η αριστερή καχεκτική ιδεολογία έσπευσε να περιβάλει με προοδευτική σήμανση.

Η διαλεκτική ανάδειξη των ερωτημάτων, που εγείρονται σχετικά με το διακύβευμα του έθνους και, περαιτέρω, για την ιδιαίτερη φύση και την εξελικτική συνέχεια του Ελληνισμού, αποκαλύπτει, κατά τη γνώμη μου, με ανάγλυφο τρόπο, την αιτιολογία του ελληνικού αδιεξόδου. Κυρίως, όμως, αποκαλύπτει το βάθος του αντιδραστικού όσο και ιδεολογικά μεταπρατικού χαρακτήρα της ελληνικής κρατικής διανόησης. Εν ολίγοις, της ευθύνης της για την ελληνική κακοδαιμονία.

Πηγή «Σταύρος Λυγερός»

Στο άρθρο αυτό έστειλα το παρακάτω σχόλιο στην ανάρτησή του στο «ας μιλήσουμε επιτέλους» (εδώ)

Οπότε δύο μπορούν να συμβαίνουν: ή η «κρατική» διανόηση «έπραττε» άνευ επιγνώσεως, οπότε δεν ήταν διανόηση ή, το πιθανότερο, είχε παραδοθεί για πολλούς και ευνόητους λόγους στον Ευρωπαϊκό πολιτικο-διανοητικό ηγεμονισμό.

Είναι πλέον ολοφάνερο. Θέλουν να τμήσουν την ελληνική συνέχεια και το προσπαθούν από τα χρόνια της επανάστασης και απελευθέρωσής μας, πιστεύω από τον ενδόμυχο ευρωπαϊκό φόβο μήποτε ξεφυτρώσει από αυτή εδώ τη γη, από αυτό εδώ το λαό, ένας νέος «χρυσός αιώνας» και έτσι αποκαλυφθεί η μικρότητά τους, αν συγκριθούν με έναν αναγεννημένο Ελληνισμό. Και, δευτερευόντως, για να οικειοποιηθούν την κληρονομιά της αρχαιότητας και να μπορούν, κατά το δοκούν, να την παρερμηνεύουν και να την αλλοιώνουν.

Και το ερώτημα είναι πελώριο: πώς ο σύγχρονος Έλληνας θα αποκαταστήσει την πνευματική, πολιτισμική και συνεπώς ιστορική και εθνική συνέχειά του που έχει διαρραγεί; Έχω την άποψη ότι η «ελεύθερη» ελληνική διανόηση πρέπει να ακολουθήσει την αντίθετη πορεία απ’ αυτήν που χαράχτηκε από την κρατική, ήδη στις απαρχές του Ελληνικού κράτους: να αποδομήσει τη δήθεν πνευματικο-πολιτική υπεροχή της Ευρώπης έναντι του Ελληνισμού. Υπάρχει όμως σήμερα στην Ελλάδα η διανόηση που θα μπορούσε και θα ήθελε να το κάνει αυτό; Γιατί ένα χελιδόνι (ο κ. Κοντογιώργης), μέσα στην πληθώρα των μαύρων κοράκων που κρώζουν εναντίον της Ελλάδος και του Ελληνισμού, δυστυχώς δε φέρνει την άνοιξη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *